ἐρυσίσκηπτρον

ἐρυσί-σκηπτρον, τό, a plant,
A = ἀσπάλαθος, Thphr.Od.57, Dsc.1.20 ; = κύπερος, ib.4 ; also, = ἄκανθα λευκή, Ps.-Dsc.3.12 ; = ἱερὰ βοτάνη ib.4.60 ; cf. ἐρίσκηπτον.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερυσίσκηπτρον — ἐρυσίσκηπτρον, τὸ (Α) ονομασία φυτού, ασπάλαθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ερυσι (πρβλ. ερυσίβη) + σκήπτρον] …   Dictionary of Greek

  • ἐρυσίσκηπτρον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσισκήπτρου — ἐρυσίσκηπτρον neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυσίβη — και ερυσίφη, η (AM ἐρυσίβη) μύκητας τών φυτών και τών καρπών που προσβάλλει ιδιαίτερα το σιτάρι και το κριθάρι («αὐχμοὶ καὶ ἐρυσίβη», Αριστοτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. είναι σύνθετη τού τύπου αλεξί κακος, βροντησι κέραυνος, τερψί μβροτος και εμφανίζει ως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.